ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Οριοθέτηση του ορού

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Σήμερα είναι αδύνατο να εννοήσουμε την Αυτοδιοίκηση, ως θεσμό στατικό, ως δεδομένο, χωρίς να εμπεριέχεται σε αυτήν ο όρος της Ανάπτυξης.
Η αναμφισβήτητη παραδοχή της σημερινής πραγματικότητας δηλώνει ,εκ των προτέρων, μια ουσιαστική ρήξη με τα ισχύοντα έως σήμερα στον χώρο της αυτοδιοίκησης και του στενού όρου της ανάπτυξης της, ειδικότερα.
Θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε αλλά και να οριοθετήσουμε τον όρο Ανάπτυξη, μέσα από την εμπειρία και τον υπέρ-δεκαετή προβληματισμό μας, πέρα, φυσικά, από την ιστορική διαδρομή του προσδιορισμού του, που χρονολογείται στον αιώνα μας, από το 1920.


Ανάπτυξη είναι μια διαδικασία πολλαπλής διάστασης, που έχει ως σκοπό και αποτέλεσμα το μετασχηματισμό μιας ολόκληρης κοινωνίας, που μέσα από έναν βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό αποσκοπεί στην ευημερία όσον το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων της συγκεκριμένης περιοχής παρέμβασης.
Με τον όρο ευημερία εννοούμε την δημιουργία αγαθών στον πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό τομέα. Με άλλα λόγια σκοπός της ανάπτυξης είναι συνώνυμη με την πρόοδο, είναι η παροχή ευκαιριών για την ανύψωση όλων των αξιών σε μια περιοχή.
Αποτέλεσμα της ανάπτυξης πρέπει να είναι και η δημιουργία θέσεων εργασίας, η πάταξη της ανεργίας και η δημιουργία συνθηκών σύγχρονης οργάνωσης της ζωής των νέων. Ο σχεδιασμός της ανάπτυξης πραγματοποιείται με τρεις κατευθύνσεις.
Εκ των κάτω προς τα άνω, η οποία είναι η κλασική και εξακολουθεί να είναι ισχυρή στους περισσότερους τομείς όπου η κεντρική διοίκηση σχεδιάζει για όλη τη χώρα.
Ο εκ των κάτω προς τα άνω σχεδιασμός της ανάπτυξης προέκυψε ως μια αναγκαιότητα που εκ των πραγμάτων επιβλήθηκε.
Οι άνθρωποι της περιοχής, όπου εφαρμόζονται οι παρεμβάσεις είναι και αυτοί οι οποίοι τις σχεδιάζουν, τις διεκδικούν και έχουν την ευθύνη υλοποίησης και διαχείρισης τους.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι συνέπεσε χρονικά η πρακτική αυτή με την αναμφισβήτητη παρουσία σε όλες τις περιοχές αστικές, ημιαστικές ή μη, ενός ανθρώπινου δυναμικού υψηλής κατάρτισης και εξειδίκευσης. Γι_ αυτό και η Ε.Ε. επενδύει σημαντικά στην ανάδειξη του ανθρώπινου δυναμικού. Προκύπτει έτσι η έννοια της ενδογενούς ανάπτυξης που ξεκινά από τον κοινωνικό χώρο στον οποίο πραγματοποιείται και στηρίζεται σε φυσικούς και οικονομικούς πόρους που προέρχονται από τον ίδιο τον χώρο.
Αυτόματα τίθεται και το κεφαλαιώδες θέμα της αειφόρου ανάπτυξης με την οποία εξασφαλίζεται η ευημερία της παρούσας γενιάς χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ευημερία των μελλοντικών γενεών.
Υιοθετείται οριστικά από την Ε.Ε. η ολοκληρωμένη παρέμβαση με το σύνολο των αειφόρων, των εποικοδομητικών πράξεων, με έντονη πολυτομεακή διάσταση. Δίνεται έμφαση στην μεγαλύτερη δυνατή σύνδεση των τομέων παρέμβασης έτσι ώστε η ωφέλεια στον ένα τομέα να παράγει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στους άλλους τομείς των ενδιαφερόντων της τοπικής κοινωνίας.
Τίθεται το ερώτημα: ποίοι θα είναι αυτοί που θα αναλάβουν την πρωτοβουλία και την ευθύνη ενός τέτοιου σχεδιασμού.
Το ρόλο αυτό ανέθεσε πιλοτικά η Ε.Ε. σε "ομάδες τοπικής δράσης" οι οποίες αποτελούν τους εκφραστές των τοπικών κοινωνικών εταίρων, εξουσιοδοτημένες για το σχεδιασμό, διεκδίκηση και υλοποίησης έργων και ενεργειών ενταγμένων σε ολοκληρωμένη πρόταση.
Η θεσμοθέτηση όμως των συνενώσεων των μικρών κοινοτήτων και της ανάδειξης των νέων δήμων, δίνει νέα διάσταση στο όλο θέμα αφού προκύπτει έτσι η κρίσιμη μάζα πληθυσμού αλλά και φυσικών οικονομικών πόρων ως προϋποθέσεις της πολυτομεακής ανάπτυξης της υπαίθρου. Οι ομάδες τοπικής δράσης, δηλαδή, οι αναπτυξιακές εταιρίες αποτελούν τους διαπιστευμένους αξιόπιστους μηχανισμούς στήριξης των νέων δήμων στον τομέα της οργάνωσης και της ανάπτυξης τους.
Κάθε νέος δήμος μπορεί πλέον να αποτελεί ένα πρόσφορο πεδίο ικανό για ανάπτυξη με την προϋπόθεση ότι ορίζεται με βάση τα κριτήρια βιωσιμότητας του.
Ως προϋπόθεση της αποτελεσματικότητας του συνόλου των παρεμβάσεων σε μια περιοχή ενός νέου δήμου τίθεται η ύπαρξη της φιλοδοξίας των τοπικών ηγετών να τον οδηγήσουν στην πρόοδο και την ευημερία.
Οφείλει πλέον ο τοπικός άρχοντας να είναι οραματιστής αλλά και μελετητής συγχρόνως, να εξαντλεί όλες τις προσπάθειες που θα κάνουν την ζωή των συνδημοτών του, περισσότερο ανθρώπινη. Για μια ακόμη φορά επισημαίνουμε ότι το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη υπάρχει αλλά και συγχρόνως το άλλοθι της μη ύπαρξης ικανών πόρων. Όμως οι πρόσθετοι πόροι που οφείλει πάντα να διεκδικεί η αυτοδιοίκηση την υποχρεώνουν να αναλάβει και τις ανάλογες ευθύνες. Οφείλουν οι έχοντες την ευθύνη της αυτοδιοίκησης να πείσουν τους συμπατριώτες τους ότι η επιδίωξη εισροής νέων πόρων θα συνδυαστεί με την προγραμματισμένη δράση για την βελτίωση των όρων ζωής των συντοπιτών τους. Είναι χρήσιμη η αναφορά σε δύο προσωπικότητες του πολιτικού χώρου κατ' εξαίρεση και εξαιτίας της αναμφισβήτητης αποδοχής τους, τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή που έλεγε ότι οι γκρίνιες των δημοτών δεν θα πρέπει να μας ανησυχούν όταν ο σχεδιασμός αφορά και πείθει ότι θα προάγει τα συμφέροντα τους, που σε πρώτη φάση δεν αντιλαμβάνονται, τον πρώην υπουργό Γ. Γεννηματά που καταδικάζει την νοοτροπία των παραδοσιακών τοπικών ηγετών που επιδιώκουν να συνωστίζονται στους διαδρόμους των υπουργείων για πιέσεις προκειμένου να επιτύχουν πρόσθετους οικονομικούς πόρους δεν ωφελεί στην αλλαγή αντιμετώπισης των τοπικών υποθέσεων.
Το 1998 αποτελεί ένα κρίσιμο έτος για την αυτοδιοίκηση αφού η αλλαγή νοοτροπίας για την αντιμετώπιση των θεμάτων της αυτοδιοίκησης αποτελεί προϋπόθεση για την πληρέστερη προετοιμασία ενόψει του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης το οποίο είναι καταλυτικό για την αναπτυξιακή πορεία στις αρχές του 21ου αιώνα.